outset
out
ˈaʊt
awt
set
sɛt
set
outletoutsert

Ορισμός και σημασία του "outset"στα αγγλικά

01

αρχή, ξεκίνημα

the beginning of something 
outset definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outsets
Παραδείγματα
At the outset of the project, we established clear goals and objectives. 

Στην αρχή του έργου, θέσαμε σαφείς στόχους και στόχους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store