Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outlive
01
επιβιώνω, ζω περισσότερο από
to live for a longer period than another individual
Transitive: to outlive sb/sth
Παραδείγματα
The historical figures who outlive their era often become iconic symbols of their time.
Οι ιστορικές φιγούρες που επιβιώνουν από την εποχή τους συχνά γίνονται εμβληματικά σύμβολα της εποχής τους.
02
επιβιώνω, διαρκώ περισσότερο από
to remain functional beyond a certain period or expected lifespan
Transitive: to outlive a period of time
Παραδείγματα
The ancient monument outlived several civilizations and still stands as a testament to history.
Το αρχαίο μνημείο επέζησε πολλούς πολιτισμούς και παραμένει ως μαρτυρία της ιστορίας.
Παραδείγματα
They outlived the tough times of their youth and now enjoy a peaceful life.
Έζησαν τις δύσκολες στιγμές της νεότητάς τους και τώρα απολαμβάνουν μια ειρηνική ζωή.
Λεξικό Δέντρο
outlive
out
live



























