Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outlive
01
επιβιώνω, ζω περισσότερο από
to live for a longer period than another individual
Transitive: to outlive sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlive
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlives
ενεστώτα μετοχή
outliving
απλός αόριστος
outlived
παθητική μετοχή
outlived
Παραδείγματα
She managed to outlive her younger sister by several years.
Κατάφερε να ζήσει περισσότερο από τη μικρότερη αδελφή της για αρκετά χρόνια.
02
επιβιώνω, διαρκώ περισσότερο από
to remain functional beyond a certain period or expected lifespan
Transitive: to outlive a period of time
Παραδείγματα
The technology outlived its initial hype and remained relevant for decades.
Η τεχνολογία επέζησε από τον αρχικό της ντόρο και παρέμεινε σχετική για δεκαετίες.
Παραδείγματα
She felt as though she had outlived the trauma of her earlier years and had grown stronger.
Αισθάνθηκε σαν να είχε επιβιώσει από το τραύμα των πρώτων της χρόνων και είχε γίνει πιο δυνατή.
Λεξικό Δέντρο
outlive
out
live



























