Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
operative
01
χειρουργικός, επεμβατικός
based on or relating to means of surgical operation
02
ενεργός, ισχύων
currently effective or actively exerting influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most operative
συγκριτικός βαθμός
more operative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision by the board members became operative upon unanimous consent.
Η απόφαση των μελών του διοικητικού συμβουλίου έγινε ενεργή μετά από ομόφωνη συγκατάθεση.
03
λειτουργικός, δυνατόν να λειτουργήσει
(of e.g. a machine) performing or capable of performing
04
ενεργός, αποτελεσματικός
effective; producing a desired effect
Operative
01
επιχειρησιακός, πράκτορας
someone who can be employed as a detective to collect information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
operatives
02
πράκτορας, κατάσκοπος
a person secretly employed in espionage for a government
Λεξικό Δέντρο
cooperative
inoperative
operatively
operative
operate
oper



























