Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
onward
Παραδείγματα
The team pushed onward after their first victory.
Η ομάδα προχώρησε μπροστά μετά την πρώτη της νίκη.
Παραδείγματα
After that moment onward, their friendship deepened.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η φιλία τους βαθύνθηκε και μετά.
1.2
μπροστά, συνεχώς
toward a greater or more advanced level, continuing progress or improvement
Παραδείγματα
The company 's growth continued onward, surpassing all expectations.
Η ανάπτυξη της εταιρείας συνέχισε μπροστά, ξεπερνώντας όλες τις προσδοκίες.
onward
01
συνεχής, αδιάκοπος
progressing or advancing without halting or stopping
Παραδείγματα
An onward march of change was evident throughout the country.
Μια προχωρημένη πορεία αλλαγής ήταν εμφανής σε όλη τη χώρα.



























