Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
authentic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most authentic
συγκριτικός βαθμός
more authentic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The antique vase was confirmed as authentic by experts, ensuring its historical value.
Η αρχαία βάζο επιβεβαιώθηκε ως αυθεντική από ειδικούς, διασφαλίζοντας την ιστορική της αξία.
02
αυθεντικός, αληθινός
having qualities that conform to fact
Παραδείγματα
His authentic account of the event was accepted by everyone.
Ο αυθεντικός του λογαριασμός για την εκδήλωση έγινε αποδεκτός από όλους.
Λεξικό Δέντρο
inauthentic
unauthentic
authentic
authent



























