Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
authentic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most authentic
συγκριτικός βαθμός
more authentic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The designer handbag was certified as authentic, with genuine materials and craftsmanship.
Η τσάντα του σχεδιαστή πιστοποιήθηκε ως αυθεντική, με γνήσια υλικά και τεχνική.
02
αυθεντικός, αληθινός
having qualities that conform to fact
Παραδείγματα
The report came from an authentic source.
Η αναφορά προήλθε από μια αυθεντική πηγή.
Λεξικό Δέντρο
inauthentic
unauthentic
authentic
authent



























