authentic
Pronunciation
/əˈθɛnɪk/, /əˈθɛntɪk/, /ɔˈθɛnɪk/, /ɔˈθɛntɪk/

Ορισμός και σημασία του "authentic"στα αγγλικά

01

αυθεντικός, γνήσιος

real and not an imitation
authentic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most authentic
συγκριτικός βαθμός
more authentic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The designer handbag was certified as authentic, with genuine materials and craftsmanship.
Η τσάντα του σχεδιαστή πιστοποιήθηκε ως αυθεντική, με γνήσια υλικά και τεχνική.
02

αυθεντικός, αληθινός

having qualities that conform to fact
Παραδείγματα
The report came from an authentic source.
Η αναφορά προήλθε από μια αυθεντική πηγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store