authenticity
au
ˌɔ:
aw
then
θən
thēn
ti
ˈtɪ
ti
ci
ty
ti
ti
multiplicitysynchronicityelectricityduplicity

Ορισμός και σημασία του "authenticity"στα αγγλικά

01

γνησιότητα

the quality of being genuine, real, or true 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The museum curator verified the authenticity of the ancient artifact. 

Ο επιμελητής του μουσείου επαλήθευσε την γνησιότητα του αρχαίου αντικειμένου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

authenticity
authent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store