authenticity
au
ˌɔ
ο
then
θən
θαν
ti
ˈtɪ
τι
ci
σι
ty
ti
τι
/ɔːθɪntˈɪsɪti/

Ορισμός και σημασία του "authenticity"στα αγγλικά

01

γνησιότητα

the quality of being genuine, real, or true
Παραδείγματα
The authenticity of the document was confirmed by several experts in the field.
Η γνησιότητα του εγγράφου επιβεβαιώθηκε από πολλούς ειδικούς στον τομέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store