author
au
ˈɔ:
aw
thor
θə
thē

Ορισμός και σημασία του "author"στα αγγλικά

01

συγγραφέας, δημιουργός

a person who writes books, articles, etc., often as a job 
author definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
authors
Παραδείγματα
The author's latest novel topped the bestseller list, captivating readers with its gripping plot and memorable characters. 

Το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα βρέθηκε στην κορυφή της λίστας των bestseller, μαγεύοντας τους αναγνώστες με την συναρπαστική πλοκή και τα αξέχαστα χαρακτήρες.

02

συγγραφέας, δημιουργός

someone who originates or causes or initiates something 
to author
01

γράφω, είμαι ο συγγραφέας

to be the writer of a book, article, etc. 
to author definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
author
γ΄ ενικό πρόσωπο
authors
ενεστώτα μετοχή
authoring
απλός αόριστος
authored
παθητική μετοχή
authored
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store