off-color
off
ɑf
αφ
co
κα
lor
lər
λαρ
/ˈɒfkˈʌlə/

Ορισμός και σημασία του "off-color"στα αγγλικά

01

αισχρός, χυδαίος

humorously vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most off-color
συγκριτικός βαθμός
more off-color
διαβαθμίσιμο
02

ακατάλληλος, αισχρός

slightly inappropriate or vulgar, often in a way that is considered inappropriate or indecent
Παραδείγματα
The off-color humor in the novel was seen as a deliberate choice to provoke thought and discussion.
Το ακατάλληλο χιούμορ στο μυθιστόρημα θεωρήθηκε ως μια εσκεμμένη επιλογή για να προκαλέσει σκέψη και συζήτηση.
03

αδιάθετος, όχι καλά

feeling slightly ill or unwell, not in perfect health
Παραδείγματα
The teacher noticed several students looking off-color and decided to postpone the test.
Ο δάσκαλος παρατήρησε ότι πολλοί μαθητές φαίνονταν άσχημα και αποφάσισε να αναβάλει το τεστ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store