to occur
o
ə
ē
ccur
ˈkɜ:
acreocker

Ορισμός και σημασία του "occur"στα αγγλικά

to occur
01

συμβαίνει, εμφανίζεται

to come to be or take place, especially unexpectedly or naturally 
Intransitive: to occur
to occur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
occur
γ΄ ενικό πρόσωπο
occurs
ενεστώτα μετοχή
occurring
απλός αόριστος
occurred
παθητική μετοχή
occurred
Παραδείγματα
Accidents occur unexpectedly, so it's crucial to drive safely. 

Τα ατυχήματα συμβαίνουν απροσδόκητα, επομένως είναι ζωτικής σημασίας να οδηγείτε με ασφάλεια.

02

εμφανίζομαι, βρίσκομαι

to be present or found in a particular place 
Intransitive: to occur somewhere
Παραδείγματα
The species occurs naturally in tropical rainforests. 

Το είδος απαντάται φυσικά στα τροπικά δάση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store