Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to occur
01
συμβαίνει, εμφανίζεται
to come to be or take place, especially unexpectedly or naturally
Intransitive: to occur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
occur
γ΄ ενικό πρόσωπο
occurs
ενεστώτα μετοχή
occurring
απλός αόριστος
occurred
παθητική μετοχή
occurred
Παραδείγματα
Right now, a heated debate is actively occurring in the conference room.
Αυτή τη στιγμή, μια ζωηρή συζήτηση συμβαίνει ενεργά στην αίθουσα συνεδριάσεων.
02
εμφανίζομαι, βρίσκομαι
to be present or found in a particular place
Intransitive: to occur somewhere
Παραδείγματα
Certain bacteria occur in the human gut.
Ορισμένα βακτήρια εμφανίζονται στο ανθρώπινο έντερο.
Λεξικό Δέντρο
cooccur
occurrence
occurrent
occur



























