Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to occur
01
συμβαίνει, εμφανίζεται
to come to be or take place, especially unexpectedly or naturally
Intransitive: to occur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
occur
γ΄ ενικό πρόσωπο
occurs
ενεστώτα μετοχή
occurring
απλός αόριστος
occurred
παθητική μετοχή
occurred
Παραδείγματα
Accidents occur unexpectedly, so it's crucial to drive safely.
Τα ατυχήματα συμβαίνουν απροσδόκητα, επομένως είναι ζωτικής σημασίας να οδηγείτε με ασφάλεια.
02
εμφανίζομαι, βρίσκομαι
to be present or found in a particular place
Intransitive: to occur somewhere
Παραδείγματα
The species occurs naturally in tropical rainforests.
Το είδος απαντάται φυσικά στα τροπικά δάση.
Λεξικό Δέντρο
cooccur
occurrence
occurrent
occur



























