Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oblique
01
ένας λοξός, μια λοξή
a bisexual intersex or nonbinary person, or someone with a fluid sexuality beyond traditional labels
αργκό
Παραδείγματα
That oblique shared their story at the Pride panel.
02
λοξός, λοξός μυς
a muscle that runs at an angle to the body's axis, such as those in the abdomen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
obliques
Παραδείγματα
Strengthening the obliques helps improve core stability.
Η ενίσχυση των πλάγιων μυών βοηθά στη βελτίωση της σταθερότητας του πυρήνα.
03
πλάγιος, πλάγια πτώση
a grammatical case used to indicate nouns or pronouns functioning as objects or following prepositions
Παραδείγματα
The word changes its form in the oblique to match the preposition.
Η λέξη αλλάζει τη μορφή της στην πλάγια για να ταιριάζει με την πρόθεση.
oblique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oblique
συγκριτικός βαθμός
more oblique
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The oblique rays of sunlight created interesting shadows on the wall.
Οι λοξές ακτίνες του ηλιακού φωτός δημιούργησαν ενδιαφέρουσες σκιές στον τοίχο.
Παραδείγματα
Her oblique comments left everyone wondering what she really meant.
Τα πλάγια σχόλιά της άφησαν όλους να αναρωτιούνται τι πραγματικά εννοούσε.
03
λοξός, λοξή πτώση
having a grammatical case or form used for objects or complements rather than the subject
Παραδείγματα
Understanding oblique cases is crucial for mastering sentence analysis.
Η κατανόηση των πλάγιων πτώσεων είναι κρίσιμη για την κατάκτηση της ανάλυσης προτάσεων.
Λεξικό Δέντρο
obliquity
oblique



























