Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Objectivity
01
αμεροληψία
the state of being affected by facts and statistics instead of personal opinions and feelings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The journalist prided herself on her objectivity, always presenting the facts without bias.
Ο δημοσιογράφος περηφανευόταν για την αμεροληψία του, παρουσιάζοντας πάντα τα γεγονότα χωρίς προκατάληψη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
objectivity
object



























