Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obfuscate
01
ασαφήνω, μπερδεύω
to deliberately make something unclear or difficult to understand, often to hide the truth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obfuscate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obfuscates
ενεστώτα μετοχή
obfuscating
απλός αόριστος
obfuscated
παθητική μετοχή
obfuscated
Παραδείγματα
She obfuscated her intentions by speaking vaguely during the meeting. Ask ChatGPT
Εκείνη σύγχυσε τις προθέσεις της μιλώντας αόριστα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
obfuscation
obfuscate



























