Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonsensical
01
παράλογος, άσκοπος
unreasonable or absurd to the point of being ridiculous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonsensical
συγκριτικός βαθμός
more nonsensical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plot of the movie was nonsensical, with glaring inconsistencies and illogical twists.
Η πλοκή της ταινίας ήταν παράλογη, με εμφανείς ασυνέπειες και παράλογες ανατροπές.
Παραδείγματα
The instructions on the manual were so nonsensical that assembling the furniture became a frustrating challenge.
Οι οδηγίες στο εγχειρίδιο ήταν τόσο παράλογες που η συναρμολόγηση των επίπλων έγινε μια απογοητευτική πρόκληση.
Λεξικό Δέντρο
nonsensicality
nonsensical
nonsensic



























