cockeyed
cock
ˈkɒk
kok
eyed
aɪd
aid
coccoidcockade

Ορισμός και σημασία του "cockeyed"στα αγγλικά

01

λοξός, στραβός

tilted or misaligned in a way that seems awkward or uneven 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cockeyed
συγκριτικός βαθμός
more cockeyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The picture frame was cockeyed, hanging lopsided on the wall. 

Το πλαίσιο της φωτογραφίας ήταν στραβό, κρεμασμένο άνισα στον τοίχο.

02

παράλογος, γελοίος

having an unreasonable or absurd quality 
Παραδείγματα
His cockeyed excuse made everyone laugh. 

Η παράλογη δικαιολογία του έκανε όλους να γελάσουν.

03

μεθυσμένος, ζαλισμένος

very drunk 
04

ανόητος, ασταθής

foolish or likely to fail 

Λεξικό Δέντρο

cockeyed

cock

+

eyed

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store