Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cockeyed
01
λοξός, στραβός
tilted or misaligned in a way that seems awkward or uneven
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cockeyed
συγκριτικός βαθμός
more cockeyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The painting was cockeyed, its edges not parallel to the wall.
Ο πίνακας ήταν λοξός, οι άκρες του δεν ήταν παράλληλες με τον τοίχο.
02
παράλογος, γελοίος
having an unreasonable or absurd quality
Παραδείγματα
The story had a cockeyed ending no one expected.
Η ιστορία είχε ένα παράλογο τέλος που κανείς δεν περίμενε.
03
μεθυσμένος, ζαλισμένος
very drunk
04
ανόητος, ασταθής
foolish or likely to fail



























