Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accessible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accessible
συγκριτικός βαθμός
more accessible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wheelchair ramp made the building more accessible to people with mobility impairments.
Η ράμπα για αναπηρικά αμαξίδια έκανε το κτίριο πιο προσβάσιμο για άτομα με κινητικές αναπηρίες.
02
προσβάσιμος, προσιτός
describing a person who is approachable and easy to communicate with
Παραδείγματα
The professor is very accessible and always willing to help students.
Ο καθηγητής είναι πολύ προσιτός και πάντα πρόθυμος να βοηθήσει τους μαθητές.
03
προσβάσιμος, εύχρηστος
easy to acquire or use
Παραδείγματα
The internet has made information more accessible than ever.
Το διαδίκτυο έχει κάνει τις πληροφορίες πιο προσβάσιμες από ποτέ.
04
προσβάσιμος, κατανοητός
easily understood or readable with comprehension
Παραδείγματα
The textbook was written in an accessible language that students found easy to understand.
Το εγχειρίδιο γράφτηκε σε μια προσιτή γλώσσα που οι μαθητές βρήκαν εύκολη στην κατανόηση.
Λεξικό Δέντρο
accessibility
inaccessible
unaccessible
accessible
access



























