Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accessorize
01
στολίζω με αξεσουάρ, διακοσμώ
to add accessories or decorative items to an outfit or look
Transitive: to accessorize an outfit or look
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accessorize
γ΄ ενικό πρόσωπο
accessorizes
ενεστώτα μετοχή
accessorizing
απλός αόριστος
accessorized
παθητική μετοχή
accessorized
Παραδείγματα
She loves to accessorize her outfits with statement jewelry and stylish handbags.
Της αρέσει να αξεσουάρ τα ντύματά της με εντυπωσιακά κοσμήματα και στυλάτσες τσάντες.
Λεξικό Δέντρο
accessorize
accessor



























