accessory
ac
ək
ēk
ce
ˈsɛ
se
sso
ry
ri
ri
accessary

Ορισμός και σημασία του "accessory"στα αγγλικά

01

αξεσουάρ, συμπλήρωμα

an item, such as a bag, hat, piece of jewelry, etc., that is worn or carried because it makes an outfit more beautiful or attractive 
accessory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accessories
Παραδείγματα
A belt can be both a practical and stylish accessory for jeans or dresses. 

Μια ζώνη μπορεί να είναι και ένα πρακτικό και ένα κομψό αξεσουάρ για τζιν ή φορέματα.

02

αξεσουάρ, συμπλήρωμα

something extra that adds to the usefulness or effectiveness of another item 
Παραδείγματα
The car charger is a handy accessory for keeping devices powered during road trips. 

Ο φορτιστής αυτοκινήτου είναι ένα χρήσιμο αξεσουάρ για τη διατήρηση της ενέργειας των συσκευών κατά τη διάρκεια των ταξιδιών.

03

συνεργός, συνένοχος

a person who helps someone else commit a crime, either before or after it happens 
Παραδείγματα
He was an accessory to the theft. 

Ήταν συνεργός της κλοπής.

01

αξεσουάρ, πρόσθετος

providing extra support or assistance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore an accessory necklace that complemented her dress. 

Φόρεσε ένα αξεσουάρ κολιέ που συμπλήρωνε το φόρεμά της.

02

συνεργός, προσαρτημένος

aiding and abetting in a crime 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store