Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
neglected
01
παραμελημένος, αμελημένος
ignored or not given enough attention or care
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most neglected
συγκριτικός βαθμός
more neglected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old house had a neglected and abandoned look.
Το παλιό σπίτι είχε μια παραμελημένη και εγκαταλελειμμένη εμφάνιση.
02
παραμελημένος, αγνοημένος
disregarded or overlooked
Παραδείγματα
She felt neglected by her partner, who seemed more focused on work than on their relationship.
Αισθάνθηκε παραμελημένη από τον σύντροφό της, ο οποίος φαινόταν πιο συγκεντρωμένος στη δουλειά παρά στη σχέση τους.
Λεξικό Δέντρο
neglected
neglect



























