Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to naturalize
01
πολιτογραφώ, χορηγώ την υπηκοότητα
to grant citizenship to a foreigner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
naturalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
naturalizes
ενεστώτα μετοχή
naturalizing
απλός αόριστος
naturalized
παθητική μετοχή
naturalized
Παραδείγματα
He was naturalized after passing the citizenship exam.
Εποικίστηκε μετά την επιτυχία του στις εξετάσεις υπηκοότητας.
1.1
πολιτογραφούμαι, αποκτώ την υπηκοότητα
to obtain legal citizenship in a country where one was not born
Παραδείγματα
She decided to naturalize in Canada after living there for ten years.
Αποφάσισε να πολιτογραφηθεί στον Καναδά μετά από δέκα χρόνια διαμονής εκεί.
02
φυσιοποιώ, κάνω πιο φυσικό
to make something more natural or lifelike
Παραδείγματα
The artist naturalized the portrait with subtle shading.
Ο καλλιτέχνης φυσιοποίησε το πορτρέτο με λεπτές σκιές.
03
πολιτογραφώ, προσαρμόζω
to adapt someone or something to a new place
Παραδείγματα
The settlers were naturalized to life in the new colony.
Οι άποικοι εγκλιματίστηκαν στη ζωή στη νέα αποικία.
04
φυσιοποιώ, εξοικειώνω
to adapt a plant, animal, or land to a new environment
Παραδείγματα
The gardener naturalized the tulips in the wildflower meadow.
Ο κηπουρός εγκλιμάτισε τις τουλίπες στο λιβάδι με τα άγρια λουλούδια.
05
φυσικοποιώ, εξηγώ με φυσικούς νόμους
to explain something in terms of natural laws or processes
Παραδείγματα
The philosopher naturalized moral behavior in terms of evolutionary psychology.
Ο φιλόσοφος φυσιοποίησε την ηθική συμπεριφορά σε όρους εξελικτικής ψυχολογίας.
Λεξικό Δέντρο
denaturalize
naturalized
naturalize
natural
nature



























