naif
naif
nɑ:i:f
naaif
naïf

Ορισμός και σημασία του "naif"στα αγγλικά

01

αφελής, αθώος

showing unaffected simplicity and lack of guile 
naif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
naivest
συγκριτικός βαθμός
naiver
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His naif questions about the world revealed his lack of exposure to its complexities. 

Οι αφελείς ερωτήσεις του για τον κόσμο αποκάλυψαν την έλλειψη έκθεσής του στις πολυπλοκότητές του.

01

αφελής, άπειρο άτομο

a naive or inexperienced person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
naifs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store