nag
nag
næg
ναιγκ
/nˈæɡ/

Ορισμός και σημασία του "nag"στα αγγλικά

to nag
01

γκρινιάζω, ενοχλώ

to annoy others constantly with endless complaints
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nag
γ΄ ενικό πρόσωπο
nags
ενεστώτα μετοχή
nagging
απλός αόριστος
nagged
παθητική μετοχή
nagged
Παραδείγματα
He nagged her all day about finishing the project, even though it was almost done.
Την ενοχλούσε όλη μέρα να τελειώσει το έργο, παρόλο που ήταν σχεδόν τελειωμένο.
02

ενοχλώ συνεχώς, αγχώνω επίμονα

worry persistently
03

επιμένω, προτρέπω

remind or urge constantly
01

κακόηθες άλογο, γέρο άλογο

A horse of low quality, often considered old or worn-out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nags
02

γκρινιάρης, ενοχλητικός

someone (especially a woman) who annoys people by constantly finding fault

Λεξικό Δέντρο

nagger
nagging
nag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store