Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nag
01
γκρινιάζω, ενοχλώ
to annoy others constantly with endless complaints
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nag
γ΄ ενικό πρόσωπο
nags
ενεστώτα μετοχή
nagging
απλός αόριστος
nagged
παθητική μετοχή
nagged
Παραδείγματα
He nagged her all day about finishing the project, even though it was almost done.
Την ενοχλούσε όλη μέρα να τελειώσει το έργο, παρόλο που ήταν σχεδόν τελειωμένο.
02
ενοχλώ συνεχώς, αγχώνω επίμονα
worry persistently
03
επιμένω, προτρέπω
remind or urge constantly
Nag
01
κακόηθες άλογο, γέρο άλογο
A horse of low quality, often considered old or worn-out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nags
02
γκρινιάρης, ενοχλητικός
someone (especially a woman) who annoys people by constantly finding fault
Λεξικό Δέντρο
nagger
nagging
nag



























