to nag
nag
næg
nāg
jagsagtaggag

Ορισμός και σημασία του "nag"στα αγγλικά

to nag
01

γκρινιάζω, ενοχλώ

to annoy others constantly with endless complaints 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nag
γ΄ ενικό πρόσωπο
nags
ενεστώτα μετοχή
nagging
απλός αόριστος
nagged
παθητική μετοχή
nagged
Παραδείγματα
She nags her brother every morning to clean his room. 

Εκείνη ενοχλεί τον αδελφό της κάθε πρωί να καθαρίσει το δωμάτιό του.

02

ενοχλώ συνεχώς, αγχώνω επίμονα

worry persistently 
03

επιμένω, προτρέπω

remind or urge constantly 
01

κακόηθες άλογο, γέρο άλογο

A horse of low quality, often considered old or worn-out 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nags
02

γκρινιάρης, ενοχλητικός

someone (especially a woman) who annoys people by constantly finding fault 

Λεξικό Δέντρο

nagger
nagging
nag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store