to mutter
mutter
'mʌtə
matē
mattermuster

Ορισμός και σημασία του "mutter"στα αγγλικά

to mutter
01

μουρμουρίζω, μουρμουρίζω ακατάληπτα

to speak in a way that is not clear or easily heard 
Intransitive
Transitive: to mutter sth
to mutter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutters
ενεστώτα μετοχή
muttering
απλός αόριστος
muttered
παθητική μετοχή
muttered
Παραδείγματα
He muttered a response, and I couldn't quite catch what he said. 

Μουρμούρισε μια απάντηση, και δεν μπόρεσα να καταλάβω τι είπε.

02

μουρμουρίζω, γκρινιάζω

to grumble or speak in a low, discontented manner 
Intransitive: to mutter | to mutter about sth
Παραδείγματα
He often mutters under his breath when faced with challenging tasks. 

Συχνά μουρμουρίζει κάτω από την ανάσα του όταν αντιμετωπίζει δύσκολες εργασίες.

01

παράπονο, μουρμούρισμα

a complaint uttered in a low and indistinct tone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mutters
02

μουρμουρητό, μουσμουρίσματα

a low continuous indistinct sound; often accompanied by movement of the lips without the production of articulate speech 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

muttering
mutter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store