Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
murky
Παραδείγματα
The old well had n't been used in years, and its water was now murky and unpalatable, reflecting its stagnant state.
Το παλιό πηγάδι δεν είχε χρησιμοποιηθεί για χρόνια, και το νερό του ήταν τώρα θολό και δυσάρεστο, αντικατοπτρίζοντας την σταagnant κατάστασή του.
02
σκοτεινός, νεφελώδης
(of sky) cloudy or dark, often resulting in a gloomy atmosphere
Παραδείγματα
A murky sky loomed overhead, suggesting that rain was imminent.
Ένας θολός ουρανός αιωρούνταν από πάνω, υποδηλώνοντας ότι η βροχή ήταν επικείμενη.
Λεξικό Δέντρο
murkily
murkiness
murky
murk



























