multifaceted
mul
ˌmʌl
mal
ti
ti
ti
fa
ˈfæ
ce
se
ted
tɪd
tid
faceted
multi-faceted

Ορισμός και σημασία του "multifaceted"στα αγγλικά

multifaceted
01

πολυπληθής, πολυδιάστατος

having many different aspects or features 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most multifaceted
συγκριτικός βαθμός
more multifaceted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The multifaceted nature of her personality made her a captivating friend. 

Η πολυδιάστατη φύση της προσωπικότητάς της την έκανε μια συναρπαστική φίλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store