multiform
mul
ˈmʌl
mal
ti
ti
form
fɔ:m
fawm

Ορισμός και σημασία του "multiform"στα αγγλικά

01

πολυμορφικός, ποικίλος

having many different forms 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most multiform
συγκριτικός βαθμός
more multiform
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist’s work was multiform, blending various styles and techniques in each piece. 

Το έργο του καλλιτέχνη ήταν πολυμερές, συνδυάζοντας διάφορα στυλ και τεχνικές σε κάθε κομμάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store