Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multiform
01
πολυμορφικός, ποικίλος
having many different forms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most multiform
συγκριτικός βαθμός
more multiform
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist’s work was multiform, blending various styles and techniques in each piece.
Το έργο του καλλιτέχνη ήταν πολυμερές, συνδυάζοντας διάφορα στυλ και τεχνικές σε κάθε κομμάτι.



























