multiform
mul
ˈmʌl
μαλ
ti
τι
form
ˌfɔ:rm
φωρμ
/mˈʌltɪfˌɔːm/

Ορισμός και σημασία του "multiform"στα αγγλικά

01

πολυμορφικός, ποικίλος

having many different forms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most multiform
συγκριτικός βαθμός
more multiform
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The multiform cultures within the country contributed to a rich and diverse national identity.
Οι πολυποίκιλες κουλτούρες εντός της χώρας συνέβαλαν σε μια πλούσια και ποικίλη εθνική ταυτότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store