Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multiform
01
πολυμορφικός, ποικίλος
having many different forms
Παραδείγματα
The multiform cultures within the country contributed to a rich and diverse national identity.
Οι πολυποίκιλες κουλτούρες εντός της χώρας συνέβαλαν σε μια πλούσια και ποικίλη εθνική ταυτότητα.



























