Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
movingly
01
συγκινητικά, με συγκινητικό τρόπο
in a way that arouses strong feelings, especially of sadness, sympathy, or tenderness
Παραδείγματα
They told their story movingly, bringing tears to the audience's eyes.
Αφηγήθηκαν την ιστορία τους συγκινητικά, προκαλώντας δάκρυα στα μάτια του κοινού.
Λεξικό Δέντρο
movingly
moving
move



























