Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mozz
01
φέρνω ατυχία, ρίχνω μάτια
(Australian) to jinx someone or bring them bad luck
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mozz
γ΄ ενικό πρόσωπο
mozzes
ενεστώτα μετοχή
mozzing
απλός αόριστος
mozzed
παθητική μετοχή
mozzed
Παραδείγματα
He mozzed me right before I took the shot.
Με μάτιασε ακριβώς πριν κάνω τη βολή.



























