Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mozz
01
φέρνω ατυχία, ρίχνω μάτια
(Australian) to jinx someone or bring them bad luck
Slang
Παραδείγματα
They mozzed our chances by bragging before the game.
Μόζζαραν τις πιθανότητες μας με το να καυχιούνται πριν από το παιχνίδι.



























