mottled
mo
ˈmɒ
mo
ttled
təld
tēld

Ορισμός και σημασία του "mottled"στα αγγλικά

01

κηλιδωτός, στικτός

having irregular spots or blotches of different colors or shades 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mottled
συγκριτικός βαθμός
more mottled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, color, patterns
Παραδείγματα
The mottled leaves of the plant had patches of green, yellow, and brown. 

Τα κηλιδωτά φύλλα του φυτού είχαν κηλίδες πράσινου, κίτρινου και καφέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mottled
mottle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store