to mottle
mottle
'mɒtəl
motēl
mettlemotile

Ορισμός και σημασία του "mottle"στα αγγλικά

to mottle
01

κηλίδωμα, στίγμα

to stain or mark something with spots of color 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mottle
γ΄ ενικό πρόσωπο
mottles
ενεστώτα μετοχή
mottling
απλός αόριστος
mottled
παθητική μετοχή
mottled
02

κηλιδώνω, στίζω

colour with streaks or blotches of different shades 
01

κηλίδωμα, ακανόνιστη διάταξη παρτσών χρώματος

an irregular arrangement of patches of color 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mottles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mottled
mottling
mottle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store