Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mottle
01
κηλίδωμα, στίγμα
to stain or mark something with spots of color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mottle
γ΄ ενικό πρόσωπο
mottles
ενεστώτα μετοχή
mottling
απλός αόριστος
mottled
παθητική μετοχή
mottled
02
κηλιδώνω, στίζω
colour with streaks or blotches of different shades
Mottle
01
κηλίδωμα, ακανόνιστη διάταξη παρτσών χρώματος
an irregular arrangement of patches of color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mottles
Λεξικό Δέντρο
mottled
mottling
mottle



























