Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mouflon
01
μούφλον
a wild sheep species with a distinctive appearance, including a stocky body, short legs, curved horns, and a brown to reddish-brown coat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mouflons



























