Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mishap
01
μικροατύχημα, περιστατικό
a minor accident that has no serious consequences
Παραδείγματα
The only mishap during the road trip was a flat tire, which we quickly fixed and continued on our way.
Το μόνο ατύχημα κατά τη διαδρομή ήταν ένα σκασμένο λάστιχο, το οποίο φτιάξαμε γρήγορα και συνεχίσαμε το δρόμο μας.
02
ατύχημα, ατυχία
an unexpected and unlucky event
Παραδείγματα
He had a minor mishap while cooking, resulting in a burnt dish.
Είχε ένα μικρό ατύχημα ενώ μαγείρευε, με αποτέλεσμα ένα καμένο πιάτο.
Λεξικό Δέντρο
mishap
hap



























