Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mishap
01
μικροατύχημα, περιστατικό
a minor accident that has no serious consequences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mishaps
Παραδείγματα
Despite a small mishap with the cake, the birthday party was a great success.
Παρά ένα μικρό ατύχημα με το κέικ, το πάρτι γενεθλίων ήταν μεγάλη επιτυχία.
02
ατύχημα, ατυχία
an unexpected and unlucky event
Παραδείγματα
She laughed off the mishap of spilling coffee on her shirt before the meeting.
Γέλασε με το ατύχημα του χύσιμου καφέ στο πουκάμισό της πριν από τη συνάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mishap
hap



























