Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misguide
01
παραπλανώ, οδηγώ σε λάθος δρόμο
to provide incorrect directions to someone, leading them in the wrong direction or causing them to become lost
Transitive: to misguide sb
Παραδείγματα
The faulty GPS system misguided the travelers, leading them to a dead-end road.
Το ελαττωματικό σύστημα GPS παραπλάνησε τους ταξιδιώτες, οδηγώντας τους σε ένα αδιέξοδο.
02
παραπλανώ, οδηγώ σε λάθος
to lead someone into making a mistake or engaging in wrong behavior
Transitive: to misguide sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misguide
γ΄ ενικό πρόσωπο
misguides
ενεστώτα μετοχή
misguiding
απλός αόριστος
misguided
παθητική μετοχή
misguided
Παραδείγματα
The misleading advice from the coach misguides young athletes into unhealthy training habits.
Οι παραπλανητικές συμβουλές του προπονητή παραπλανούν τους νέους αθλητές σε ανθυγιεινές συνήθειες προπόνησης.
Λεξικό Δέντρο
misguide
guide



























