Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
misguided
01
πλανημένος, λανθασμένος
leading to wrong decisions or actions due to a lack of proper judgment or understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most misguided
συγκριτικός βαθμός
more misguided
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His misguided attempt to fix the problem only made it worse.
Η λανθασμένη προσπάθειά του να διορθώσει το πρόβλημα μόνο το χειροτέρευσε.
02
παραπλανημένος, λανθασμένος
(of a person) having wrong or improper goals, values, or beliefs
Παραδείγματα
The young artist was surrounded by misguided influences that hindered her creative growth.
Ο νεαρός καλλιτέχνης ήταν περιτριγυρισμένος από πλανεμένες επιρροές που εμπόδιζαν τη δημιουργική του ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
misguided
guided
guide



























