misguided
Pronunciation
/mɪsˈɡaɪdɪd/

Ορισμός και σημασία του "misguided"στα αγγλικά

01

πλανημένος, λανθασμένος

leading to wrong decisions or actions due to a lack of proper judgment or understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most misguided
συγκριτικός βαθμός
more misguided
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project was a result of misguided planning, which led to many setbacks.
Το έργο ήταν αποτέλεσμα λανθασμένης σχεδίασης, που οδήγησε σε πολλά εμπόδια.
02

παραπλανημένος, λανθασμένος

(of a person) having wrong or improper goals, values, or beliefs
Παραδείγματα
She was a misguided soul, driven by the wrong motivations.
Ήταν μια πλανεμένη ψυχή, οδηγούμενη από λάθος κίνητρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store