Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
misguided
01
πλανημένος, λανθασμένος
leading to wrong decisions or actions due to a lack of proper judgment or understanding
Παραδείγματα
The project was a result of misguided planning, which led to many setbacks.
Το έργο ήταν αποτέλεσμα λανθασμένης σχεδίασης, που οδήγησε σε πολλά εμπόδια.
02
παραπλανημένος, λανθασμένος
(of a person) having wrong or improper goals, values, or beliefs
Παραδείγματα
She was a misguided soul, driven by the wrong motivations.
Ήταν μια πλανεμένη ψυχή, οδηγούμενη από λάθος κίνητρα.
Λεξικό Δέντρο
misguided
guided
guide



























