Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miserably
01
εξαθλιωμένα, δυστυχώς
in a wretchedly unhappy or sorrowful manner
Παραδείγματα
I waited miserably for the phone call that never came.
Περίμενα άθλια για τη τηλεφωνική κλήση που ποτέ δεν ήρθε.
1.1
άθλια, βασανιστικά
in a way that causes unhappiness, suffering, or discomfort
Παραδείγματα
The crops failed miserably due to the drought.
Οι σοδειές απέτυχαν οικτρά λόγω της ξηρασίας.
Παραδείγματα
She did miserably on the test after not studying.
Τα πήγε άθλια στο τεστ μετά από το που δεν διάβασε.
Λεξικό Δέντρο
miserably
miserable
miser



























