Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
midway
Παραδείγματα
We 'll place the sign midway down the hallway for visibility.
Θα τοποθετήσουμε την πινακίδα στα μέσα του διαδρόμου για ορατότητα.
Παραδείγματα
The recipe calls for stirring midway through baking.
Η συνταγή ζητά να ανακατεύετε στα μισά της ψησίματος.
1.2
στα μισά του δρόμου, ανάμεσα σε δύο
in between two states or qualities
Παραδείγματα
Her voice sounded midway between a whisper and a shout.
Η φωνή της ακουγόταν στα μισά του δρόμου ανάμεσα σε ψίθυρο και κραυγή.
midway
01
ενδιάμεσος, στα μισά του δρόμου
occupying a central position within a defined space, time, or sequence
1.1
ενδιάμεσος, στα μισά του δρόμου
exhibiting characteristics of two distinct things
Παραδείγματα
The bill passed with midway provisions that watered down its original intent.
Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με μεσαίες διατάξεις που απέκλεισαν την αρχική του πρόθεση.
Midway
01
η κεντρική λεωφόρος, η κεντρική ζώνη
a central zone at fairs, exhibitions, or amusement parks featuring games, rides, food stalls, and other attractions
02
κεντρικός δρόμος, κύρια διαδρομή
a wide main pathway in facilities like railroad yards or factories, flanked by work buildings or storage areas
Παραδείγματα
Storage warehouses bordered both sides of the midway in the rail yard.
Αποθήκες αποθήκευσης πλαισίωναν και τις δύο πλευρές του κεντρικού περάσματος στη σιδηροδρομική αυλή.



























