Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Midweek
01
μέση της εβδομάδας, Τετάρτη
the fourth day of the week; the third working day
02
μέση της εβδομάδας, μεσοβδόμαδο
the middle of a week
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
midweek
01
στη μέση της εβδομάδας, στα μέσα της εβδομάδας
in the middle of the week
γραμματικές πληροφορίες



























