midweek
mid
ˈmɪd
μιντ
week
wi:k
ουικ

Ορισμός και σημασία του "midweek"στα αγγλικά

01

μέση της εβδομάδας, Τετάρτη

the fourth day of the week; the third working day 
midweek definition and meaning
02

μέση της εβδομάδας, μεσοβδόμαδο

the middle of a week 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
01

στη μέση της εβδομάδας, στα μέσα της εβδομάδας

in the middle of the week 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

midweek

mid

+

week

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store