Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Midterm
01
εξετάσεις μέσης περιόδου, μεσοδιάστημα
an examination or test administered halfway through an academic term
02
μέση της ακαδημαϊκής περιόδου, μέση της θητείας
middle of an academic term or a political term in office
03
μέση της περιόδου κύησης, μεσοκύηση
the middle of the gestation period
Λεξικό Δέντρο
midterm
mid
term



























