midterm
mid
ˈmɪd
μιντ
term
ˌtɜrm
τερρμ
British pronunciation
/mˈɪdtˌɜːm/

Ορισμός και σημασία του "midterm"στα αγγλικά

01

εξετάσεις μέσης περιόδου, μεσοδιάστημα

an examination or test administered halfway through an academic term
example
Παραδείγματα
The midterm review session provided students with an opportunity to ask questions and clarify concepts before the exam.
Η συνεδρία μεσοδιάστηματος επανάληψης έδωσε στους μαθητές την ευκαιρία να κάνουν ερωτήσεις και να διευκρινίσουν έννοιες πριν από τις εξετάσεις.
02

μέση της ακαδημαϊκής περιόδου, μέση της θητείας

middle of an academic term or a political term in office
03

μέση της περιόδου κύησης, μεσοκύηση

the middle of the gestation period

Λεξικό Δέντρο

midterm

mid

+

term

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store