midsection
mid
ˈmɪd
mid
sec
ˌsɛk
sek
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "midsection"στα αγγλικά

01

μεσαίο τμήμα του σώματος, περιοχή της κοιλιάς και της μέσης

the central part of the human torso, specifically the area around the abdomen and waist 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
midsections
Παραδείγματα
He was hit hard in the midsection during the football game, but he quickly recovered. 

Χτυπήθηκε σκληρά στο μέσο του σώματος κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα, αλλά ανέκαμψε γρήγορα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

midsection

mid

+

section

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store