Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
microscopic
01
μικροσκοπικός, σχετικός με το μικροσκόπιο
related to techniques or activities performed with a microscope to observe extremely small objects
Παραδείγματα
The microscopic images provided by the new equipment were incredibly detailed and clear.
Οι μικροσκοπικές εικόνες που παρείχε ο νέος εξοπλισμός ήταν απίστευτα λεπτομερείς και καθαρές.
Παραδείγματα
The microscopic particles in the air were causing allergies.
Τα μικροσκοπικά σωματίδια στον αέρα προκαλούσαν αλλεργίες.
03
ελάχιστος, μικροσκοπικός
extremely small in amount
Παραδείγματα
The amount of the substance was so microscopic that it was barely detectable.
Η ποσότητα της ουσίας ήταν τόσο μικροσκοπική που μόλις μπορούσε να ανιχνευθεί.
Λεξικό Δέντρο
submicroscopic
microscopic



























