Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Microprocessor
01
μικροεπεξεργαστής, επεξεργαστής
a very small piece of electronic equipment in a computer programed to control all the functions of the CPU
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
microprocessors
Παραδείγματα
The Intel Core i7 is a powerful microprocessor commonly found in high-end desktop computers.
Ο Intel Core i7 είναι ένας ισχυρός μικροεπεξεργαστής που συναντάται συχνά σε υπολογιστές υψηλών προδιαγραφών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
microprocessor
processor
proce



























