Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Microprocessor
01
μικροεπεξεργαστής, επεξεργαστής
a very small piece of electronic equipment in a computer programed to control all the functions of the CPU
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
microprocessors
Παραδείγματα
Consumer electronics like smart TVs or digital cameras incorporate specialized microprocessors to handle multimedia processing and user interfaces.
Τα ηλεκτρονικά καταναλωτικά, όπως οι έξυπνες τηλεοράσεις ή οι ψηφιακές κάμερες, ενσωματώνουν εξειδικευμένους μικροεπεξεργαστές για την επεξεργασία πολυμέσων και τις διεπαφές χρήστη.
Λεξικό Δέντρο
microprocessor
processor
proce



























