Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assumption
01
υπόθεση, εικασία
an idea or belief that one thinks is true without having a proof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assumptions
Παραδείγματα
His assumption about the meeting time was incorrect.
Η υπόθεση του για την ώρα της συνάντησης ήταν λανθασμένη.
02
υπόθεση, εικασία
a hypothesis or idea that is accepted as true without proof
Παραδείγματα
The experiment relied on the assumption that temperature remained constant.
Το πείραμα βασίστηκε στην υπόθεση ότι η θερμοκρασία παρέμενε σταθερή.
03
ανάληψη, άσκηση εξουσίας
the act of taking possession of, or exercising power over, something
Παραδείγματα
The general's assumption of command was sudden.
Η ανάληψη της διοίκησης από τον στρατηγό ήταν ξαφνική.
04
υπόθεση, προϋπόθεση
the act of assuming or taking for granted
05
αυθάδεια, τολμηρότητα
audacious or presumptuous behavior
Παραδείγματα
It was an assumption to speak for the entire committee.
Ήταν αλαζονεία να μιλάς για ολόκληρη την επιτροπή.
06
Κοίμηση της Θεοτόκου, Ανάληψη της Παναγίας
the belief or doctrine that the Virgin Mary was taken up, body and soul, into heaven at the end of her earthly life
Παραδείγματα
The Feast of the Assumption is celebrated on August 15th.
Η Γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου γιορτάζεται στις 15 Αυγούστου.
Λεξικό Δέντρο
assumption
assumpt



























